Κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση

Είναι η παθολογική ροή ούρων από την ουροδόχο κύστη προς τον ουρητήρα και τον νεφρό . διακρίνεται σε πρωτοπαθή, λόγω ανατομικής ανωμαλίας της κυστεοουρητηρικής συμβολής και δευτεροπαθή (βαλβίδες οπίσθιας ουρήθρας, ουρητηροκήλες, νευρογενής κύστη, δυσλειτουργική ούρηση).

Η επίπτωση στον γενικός πληθυσμό είναι 1-2% , ενώ εμφανίζει οικογενή προδιάθεση (αδέλφια: 30%, απόγονοι: 50%).

Εμφανίζεται συνήθως με έντονη κλινική εικόνα, είτε ως εμπύρετο ουρολοίμωξη, είτε ως υπερηβηκό άλγος, διαταραχές σίτισης και ανάπτυξης στα μικρότερα παιδιά και ως υπέρταση/νεφρική ανεπάρκεια σε προχωρημένα στάδια.

Η διάγνωση μπαίνει με κυστεογραφία κατά την ούρηση. Σημαντικές εξετάσεις μπορεί να αποτελέσουν επίσης το στατικό σπινθηρογράφημα νεφρών (DMSA) και ο ουροδυναμικός έλεγχος.

Η θεραπεία εξαρτάται από τον βαθμό της ΚΟΠ και την λειτουργικότητα των νεφρών. Μπορεί να είναι συντηρητική , αφού ένα μεγάλο ποσοστό μπορεί να διορθωθεί με την ηλικία και συνίσταται στην χορήγηση χημειοπροφύλαξης ή ενδοσκοπικής χρήσης διογκωτικών ουσιών (Deflux). H χειρουργική αποκατάσταση (επανεμφύτευση ουρητήρων) χρησιμοποιείται πλέον ως θεραπεία σε πέμπτου βαθμού ΚΟΠ.